Η ξεχασμένη βιομηχανία

στις

Ενενήντα και κάτι χιλιόμετρα απ΄ τη Θεσσαλονίκη βρίσκεται η Έδεσσα, το «Μάντσεστερ των Βαλκανίων». Όρο που τον όφειλε στη δυνατή βιομηχανία κλωστοϋφαντουργίας που διέθετε  στις αρχές του 20ου αιώνα. Μαζί με τη Νάουσα αποτελούσαν τον κινητήριο μοχλό της βιομηχανίας της Μακεδονίας. Ένα από τα πέντε εργοστάσια κλωστοϋφαντουργίας στην Έδεσσα είναι και το κανναβουργείο. Βέβαια, στην Έδεσσα βρίσκεται μόνο το ένα από τα δέκα <κανναβουργεία> που λειτουργούσαν το 1928 στην Ελλάδα. Από το 1936, χρονιά απαγόρευσης της κάνναβης  και με τελική απαγόρευσή της το 1957 αρχίζει η παρακμή της λειτουργίας των εργοστασίων, με το τελευταίο κανναβουργείο να κλείνει στην Κέρκυρα  το 1982.

Ωστόσο, το κανναβουργείο της Έδεσσας παρουσιάζει περισσότερο ενδιαφέρον σε σχέση με άλλες βιομηχανίες της εποχής, αφού όχι μόνο είχε πολύ καλές παραγωγικές επιδόσεις αλλά λειτουργούσε  χρησιμοποιώντας υδροκινητική ενέργεια στις μηχανές του ή αλλιώς τη δωρεάν πηγή ενέργειας της περιοχής λόγω των πολλών υδατοπτώσεων.

Το κανναβουργείο ιδρύθηκε το 1908 από την εταιρεία Τότσκα, ενώ η λειτουργία του ξεκίνησε το 1913.Παρήγαγε σχοινιά και σπάγγους. Η πρώτη ύλη του εργοστασίου ήταν η κάνναβη. Για την παραγωγή σχοινιών χρησιμοποιούσαν ινδική κάνναβη εισαγόμενη από το Μπενάρες. Για τους σπάγγους χρησιμοποιούσαν σέρβικη κάνναβη και αργότερα ελληνική κάνναβη από τον κάμπο των Γιαννιτσών. Το εργοστάσιο αρχικά απασχολούσε 107 εργάτες και είχε ημερήσια παραγωγή κανναβικού σχοινιού 1300 κιλά και 380 κιλά κανναβικού σπάγγου. Το κανναβουργείο γνώρισε οικονομική άνθιση από το 1928 μέχρι το 1940. Εκείνη την περίοδο απασχολούσε 150 εργάτες με το μεγαλύτερο ποσοστό του να είναι νέες γυναίκες.

Αρχές του 1950 με την εισαγωγή του νάυλον και του βάμβακα στην αγορά και την τελική απαγόρευση τής κάνναβης το ΄57 ξεκινάει η παρακμή τού εργοστασίου μέχρι που το Μάιο του 1966 έκλεισε οριστικά, παρά τους αγώνες των εργατών που προσπάθησαν να το κρατήσουν ανοιχτό. Αφότου έκλεισε, περιήλθε στο ελληνικό δημόσιο και το 1983 χαρακτηρίστηκε ιστορικο διατηρητέο μνημείο απο το υπουργείο πολιτισμού. Έκτοτε λειτούργησε ανά διαστήματα ως πολιτισμικός και γαστρονομικός χώρος.

Τον τελευταίο καιρό οι πόρτες του είναι κλειστές και μόνο περνώντας απ΄ έξω μπορεί κάποιος να παρατηρήσει την ιστορία του. Θέμα ταμπού λόγω της κάνναβης, έλλειψη οικονομικών πόρων, απουσία ιδεών βιώσιμης εξέλιξής του; Όπως και να χει πλέον δεν ειναι παρά μία εγκαταλελειμμένη κτιριακή εγκατάσταση που επιβεβαιώνει την κάποτε δυναμική αλλά γρήγορα ξεχασμένη βιομηχανία του τόπου.

Μαρία Κάτσιου

ΠΗΓΗ

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s