Καλλιέργεια

Θεωρείται ότι η κλωστική- βιομηχανική κάνναβη ήταν από τα πρώτα φυτά που καλλιεργήθηκαν. Η προέλευση του φυτικού είδους εντοπίζεται πριν από 5 000 χρόνια στην επαρχία Yunnan της Κίνας, όπου έχει βρεθεί η μεγαλύτερη γενετική ποικιλομορφία. Από την Κίνα τα φυτά εξαπλώθηκαν σε όλο τον κόσμο. Στην Ευρώπη, σε ολόκληρη τη διάρκεια του Μεσαίωνα και έως το τέλος της «Εποχής των Ιστιοφόρων» (μέσα του 19ου αιώνα), η κάνναβη αποτελούσε σημαντική καλλιέργεια λόγω των ανθεκτικών ινών της ενώ χρησιμοποιείτο στην κατασκευή καραβόπανου και σχοινιών για ιστία.

Σήμερα, η κάνναβη καλλιεργείται κυρίως στην Κίνα, στην Ευρώπη (Γαλλία, Κάτω Χώρες, Γερμανία, Ιταλία, Πολωνία, Ρουμανία, Ηνωμένο Βασίλειο, Ρωσία και Ουκρανία) και στον Καναδά. Κατά κανόνα, η κάνναβη αναπτύσσεται καλύτερα σε εύκρατες ζώνες, μεταξύ του 25ου και του 55ου παράλληλου, τόσο βορείως όσο και νοτίως του Ισημερινού.

Η βιομηχανική κάνναβη είναι ψηλό, ετήσιο ποώδες και συνήθως δίοικο φυτό, καθώς έχει χωριστά αρσενικά και θηλυκά φυτά. Υπάρχουν λίγες μόνοικες ποικιλίες (που έχουν αρσενικά και θηλυκά άνθη στο ίδιο φυτό), οι οποίες προτιμούνται για την παραγωγή σπόρων, ενώ οι δίοικες ποικιλίες προτιμούνται για την παραγωγή ινών. Πρόκειται επίσης για ένα τραχύ φυτό που διατήρησε ορισμένα από τα άγρια χαρακτηριστικά του και μπορεί να αναπτυχθεί και σε αντίξοες συνθήκες.

Όσον αφορά τις εδαφολογικές απαιτήσεις, το φυτό αναπτύσσεται καλά σε γόνιμο, ουδέτερο προς ελαφρά αλκαλικό έδαφος (το φυτό είναι πολύ ευαίσθητο στο pH του εδάφους και δεν πρέπει να καλλιεργείται σε εδάφη στα οποία το pH είναι χαμηλότερο από 6,0) με σταθερές συνθήκες νερού (τα υγρά εδάφη πρέπει να αποφεύγονται). Κατάλληλα εδάφη για την καλλιέργειά του είναι οι μαύρες γαίες, το τσερνοζέμ, τα προσχωσιγενή εδάφη και τα ασβεστώδη εδάφη που είναι πλούσια σε χούμο. Η κάνναβη μπορεί να καλλιεργείται στην ίδια περιοχή για πολλά χρόνια. Εφαρμόζεται συχνά εναλλαγή καλλιέργειας με πατάτες, σιτάρι και ζαχαρότευτλα καθώς η κάνναβη βελτιώνει την ποιότητα του εδάφους.

Όσον αφορά την εφαρμογή λιπασμάτων, η κάνναβη που καλλιεργείται για την παραγωγή ινών απαιτεί κυρίως κάλιο και ασβέστιο, τα οποία είναι σημαντικά για τον σχηματισμό των κυττάρων των φυτών, ενώ η κάνναβη για σπόρους χρειάζεται κυρίως φώσφορο για τον σχηματισμό των σπόρων.

Η κάνναβη είναι ευαίσθητη στον παγετό σε θερμοκρασίες κάτω των -5°C, ενώ η βέλτιστη θερμοκρασία βλάστησης κυμαίνεται από 19 έως 25°C. Η πυκνότητα της καλλιέργειας πρέπει να προσαρμόζεται ανάλογα με τον σκοπό, την παραγωγή ινών ή σπόρων: για τις ίνες η πυκνότητα είναι περίπου 60-70 kg ανά εκτάριο και για τους σπόρους είναι 10-15 kg ανά εκτάριο.

Όσον αφορά τους επιβλαβείς οργανισμούς και τις ασθένειες, η κάνναβη επηρεάζεται συνήθως ελάχιστα από τα έντομα. Σύμφωνα με μελέτες, τα κανναβινοειδή λειτουργούν ως εντομοαπωθητικά. Η σημαντικότερη ασθένεια είναι η τεφρά σήψη που προκαλείται από τον μύκητα Botrytis cinerea. Το φυτό μπορεί να προκαλέσει ασφυξία σε κάποια από αυτά τα ζιζάνια.

Η καλλιέργεια κάνναβης έχει θετικά περιβαλλοντικά οφέλη. Η κάνναβη «έχει ευνοϊκή επίδραση στη δομή του εδάφους και περιορίζει την παρουσία νηματωδών και μυκήτων», κάτι που έχει θετικό αντίκτυπο στη βιοποικιλότητα. Αποτελεί επιπλέον βιώσιμη καλλιέργεια για την παραγωγή βιομάζας. Η κάνναβη απορροφά επίσης τα βαρέα μέταλλα όταν καλλιεργείται σε μολυσμένες περιοχές.